ὑπολείπω


ὑπολείπω
λείπω / κατα|λείπω / ὑπο|λείπω оставлять; покидать; неперех. исчезать, недоставать λείπω, λείψω, ἔλιπον, λέλοιπα | λέλειμμαι , ἐλείφθην

Древнегреческо-русский учебный словарь. - С-П.: "Нотабене". 1997.

Смотреть что такое "ὑπολείπω" в других словарях:

  • υπολείπω — ὑπολείπω ΝΜΑ [λείπω] 1. αφήνω κάτι ως υπόλειμμα, αφήνω υπόλειμμα 2. (το μεσ.) υπολείπομαι α) μένω ως υπόλοιπο, ως περίσσευμα, απομένω (α. «υπολείπονται δύο δόσεις ακόμη» β. «πέμπτον δ ὑπελείπετ ἄεθλον», Ομ. Ιλ.) β) (μτφ. με γεν.) μένω πίσω,… …   Dictionary of Greek

  • υπολείπω — [иполипо] р. оставлять в остатке …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • ὑπολελειμμένα — ὑπολείπω leave remaining perf part mp neut nom/voc/acc pl ὑπολελειμμένᾱ , ὑπολείπω leave remaining perf part mp fem nom/voc/acc dual ὑπολελειμμένᾱ , ὑπολείπω leave remaining perf part mp fem nom/voc sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ὑπολείπεσθε — ὑπολείπω leave remaining pres imperat mp 2nd pl ὑπολείπω leave remaining pres ind mp 2nd pl ὑπολείπω leave remaining imperf ind mp 2nd pl (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ὑπολείπετε — ὑπολείπω leave remaining pres imperat act 2nd pl ὑπολείπω leave remaining pres ind act 2nd pl ὑπολείπω leave remaining imperf ind act 2nd pl (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ὑπολείπῃ — ὑπολείπω leave remaining pres subj mp 2nd sg ὑπολείπω leave remaining pres ind mp 2nd sg ὑπολείπω leave remaining pres subj act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ὑπελείφθην — ὑπολείπω leave remaining aor ind pass 3rd pl (epic doric aeolic) ὑπολείπω leave remaining aor ind pass 1st sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ὑπολειπομένων — ὑπολείπω leave remaining pres part mp fem gen pl ὑπολείπω leave remaining pres part mp masc/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ὑπολειπόμεθα — ὑπολείπω leave remaining pres ind mp 1st pl ὑπολείπω leave remaining imperf ind mp 1st pl (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ὑπολειπόμενον — ὑπολείπω leave remaining pres part mp masc acc sg ὑπολείπω leave remaining pres part mp neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ὑπολειπόντων — ὑπολείπω leave remaining pres part act masc/neut gen pl ὑπολείπω leave remaining pres imperat act 3rd pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)